Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλτσάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κάλτσα μικρή σε διαστάσεις Βικιλεξικό
    • Κάτι τέτοια καλτσάκια, τερλίκια, φορούσε κι εμένα ο γιος μου όταν ήτανε μικρός, του τα είχε πλέξει η μάνα μου και τα έστειλε από το χωριό (Σάκης Σερέφας, Πέτα το στη θάλασσα. Μια αληθινή μυθιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
    • αγοράσαμε καλτσάκια για το μωρό
  2. κοντή κάλτσα, σοσόνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλτσάκι < κάλτσα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλτσάκικαλτσάκια
Γενική——
Αιτιατικήκαλτσάκικαλτσάκια
Κλητικήκαλτσάκικαλτσάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →