καλτσάκι
•
- κάλτσα μικρή σε διαστάσεις Βικιλεξικό
- Κάτι τέτοια καλτσάκια, τερλίκια, φορούσε κι εμένα ο γιος μου όταν ήτανε μικρός, του τα είχε πλέξει η μάνα μου και τα έστειλε από το χωριό (Σάκης Σερέφας, Πέτα το στη θάλασσα. Μια αληθινή μυθιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
- αγοράσαμε καλτσάκια για το μωρό
- κοντή κάλτσα, σοσόνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλτσάκι < κάλτσα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλτσάκι | καλτσάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καλτσάκι | καλτσάκια |
| Κλητική | καλτσάκι | καλτσάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →