καλτσομηχανή
•
- μηχανή που συμβάλλει στο πλέξιμο καλτσών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλτσομηχανή < κάλτσα + -ο- + -μηχανή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλτσομηχανή | καλτσομηχανές |
| Γενική | καλτσομηχανής | καλτσομηχανών |
| Αιτιατική | καλτσομηχανή | καλτσομηχανές |
| Κλητική | καλτσομηχανή | καλτσομηχανές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →