Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλυτερεύω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι ή κάποιον καλύτερο, βελτιώνω Βικιλεξικό
  2. αμετάβατογίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλυτερεύω < μεσαιωνική ελληνική καλυτερεύω < καλύτερος + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλυτερεύωκαλυτερεύειςκαλυτερεύεικαλυτερεύουμεκαλυτερεύετεκαλυτερεύουν / καλυτερεύουνε
Παρατατικόςκαλυτέρευακαλυτέρευεςκαλυτέρευεκαλυτερεύαμεκαλυτερεύατεκαλυτέρευαν / καλυτερεύαν / καλυτερεύανε
Αόριστοςκαλυτέρεψακαλυτέρεψεςκαλυτέρεψεκαλυτερέψαμεκαλυτερέψατεκαλυτέρεψαν / καλυτερέψαν / καλυτερέψανε
Μέλλονταςθα καλυτερέψω / θα καλυτερεύωθα καλυτερέψεις / θα καλυτερεύειςθα καλυτερέψει / θα καλυτερεύειθα καλυτερέψουμε / θα καλυτερεύουμεθα καλυτερέψετε / θα καλυτερεύετεθα καλυτερέψουν / θα καλυτερέψουνε / θα καλυτερεύουν / θα καλυτερεύουνε
Παρακείμενοςέχω καλυτερέψειέχεις καλυτερέψειέχει καλυτερέψειέχουμε καλυτερέψειέχετε καλυτερέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα καλυτερέψειείχες καλυτερέψειείχε καλυτερέψειείχαμε καλυτερέψει——
Υποτακτικήνα έχω καλυτερέψει / να καλυτερέψω / να καλυτερεύωνα έχεις καλυτερέψει / να καλυτερέψεις / να καλυτερεύειςνα έχει καλυτερέψει / να καλυτερέψει / να καλυτερεύεινα έχουμε καλυτερέψει / να καλυτερέψουμε / να καλυτερεύουμενα έχετε καλυτερέψει / να καλυτερέψετε / να καλυτερεύετενα καλυτερέψουν / να καλυτερέψουνε / να καλυτερεύουν / να καλυτερεύουνε
Προστακτική—καλυτέρευε / καλυτέρεψε——καλυτερέψτε / καλυτερεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →