καλυτερεύω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι ή κάποιον καλύτερο, βελτιώνω Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλυτερεύω < μεσαιωνική ελληνική καλυτερεύω < καλύτερος + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλυτερεύω | καλυτερεύεις | καλυτερεύει | καλυτερεύουμε | καλυτερεύετε | καλυτερεύουν / καλυτερεύουνε |
| Παρατατικός | καλυτέρευα | καλυτέρευες | καλυτέρευε | καλυτερεύαμε | καλυτερεύατε | καλυτέρευαν / καλυτερεύαν / καλυτερεύανε |
| Αόριστος | καλυτέρεψα | καλυτέρεψες | καλυτέρεψε | καλυτερέψαμε | καλυτερέψατε | καλυτέρεψαν / καλυτερέψαν / καλυτερέψανε |
| Μέλλοντας | θα καλυτερέψω / θα καλυτερεύω | θα καλυτερέψεις / θα καλυτερεύεις | θα καλυτερέψει / θα καλυτερεύει | θα καλυτερέψουμε / θα καλυτερεύουμε | θα καλυτερέψετε / θα καλυτερεύετε | θα καλυτερέψουν / θα καλυτερέψουνε / θα καλυτερεύουν / θα καλυτερεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλυτερέψει | έχεις καλυτερέψει | έχει καλυτερέψει | έχουμε καλυτερέψει | έχετε καλυτερέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλυτερέψει | είχες καλυτερέψει | είχε καλυτερέψει | είχαμε καλυτερέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλυτερέψει / να καλυτερέψω / να καλυτερεύω | να έχεις καλυτερέψει / να καλυτερέψεις / να καλυτερεύεις | να έχει καλυτερέψει / να καλυτερέψει / να καλυτερεύει | να έχουμε καλυτερέψει / να καλυτερέψουμε / να καλυτερεύουμε | να έχετε καλυτερέψει / να καλυτερέψετε / να καλυτερεύετε | να καλυτερέψουν / να καλυτερέψουνε / να καλυτερεύουν / να καλυτερεύουνε |
| Προστακτική | — | καλυτέρευε / καλυτέρεψε | — | — | καλυτερέψτε / καλυτερεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →