καλφαλίκι
•
- παρωχημένοτο να είναι κάποιος κάλφας / μάστορας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλφαλίκι < τουρκική kalfalık < kalfa < οθωμανική τουρκική خَلِيفَة (kalfa) < αραβική قلفه
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλφαλίκι | καλφαλίκια |
| Γενική | καλφαλικιού | καλφαλικιών |
| Αιτιατική | καλφαλίκι | καλφαλίκια |
| Κλητική | καλφαλίκι | καλφαλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →