Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλφαλίκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοτο να είναι κάποιος κάλφας / μάστορας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλφαλίκι < τουρκική kalfalık < kalfa < οθωμανική τουρκική خَلِيفَة (kalfa) < αραβική قلفه

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλφαλίκικαλφαλίκια
Γενικήκαλφαλικιούκαλφαλικιών
Αιτιατικήκαλφαλίκικαλφαλίκια
Κλητικήκαλφαλίκικαλφαλίκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →