καλωδιώνω
•
- νεολογισμόςτοποθετώ καλώδια ή ενώνω με καλώδιο (ηλεκτρισμού ή τηλεπικοινωνιών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλωδιώνω < καλώδιο + -ώνω < αρχαία ελληνική καλῴδιον, υποκοριστικό του κάλως
Άλλοι τύποι
καλωδιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →