καλόγνωμη
•
- ζωολογίαείδος μαλάκιου οστρακόδερμου (Arca noae) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλόγνωμη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καλόγνωμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλόγνωμη | καλόγνωμες |
| Γενική | καλόγνωμης | καλόγνωμων |
| Αιτιατική | καλόγνωμη | καλόγνωμες |
| Κλητική | καλόγνωμη | καλόγνωμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →