Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλότα

/kaˈlo.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοτο τμήμα γυναικείου καπέλου που καλύπτει το κεφάλι (σε αντιδιαστολή με το γείσο) Βικιλεξικό
    • Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς χασές, μπατίστα, φούλαρο, τσίτι, νταντέλα, πικές, κορσές, ματινές, ζεφύρι, φραμπαλάς, μπολερό, ἀλπαγάς, σαντακρούτα, γιακᾶς, φιλντεκός, σιρίτι, ρεβεντούκι, περκάλι, τρικό, κασκορσέ, σουζούπ, πουανιέ, τρανσπαράν, σανζάν, ἀντρεντές, πανιέ, ἀγκράφα, κορσελέ, καλότα, ταφτάς, πονζέ, μπουφάν, ἐταμίν, καλότες
  2. χριστιανισμόςσκουφάκι Ρωμαιοκαθολικών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλότα < (λόγιο δάνειο) γαλλική calotte + -α → και δείτε calotte#French στο αγγλικό Βικιλεξικό & calotte#Français στο γαλλικό Βικιλεξικό [Alt: fr.wiktionary.org]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλότακαλότες
Γενικήκαλόταςκαλοτών
Αιτιατικήκαλότακαλότες
Κλητικήκαλότακαλότες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →