καμένος από χέρι
•
- καταδικασμένος, για κάποιον ή κάτι που είναι γνωστό ή φανερό από την αρχή ότι θα αποτύχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμένος από χέρι < → δείτε τη λέξη καμένος και την έκφραση από χέρι < από, χέρι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →