καμακίζω
•
- τρυπώ με καμάκι Βικιλεξικό
- Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
Ετυμολογία
καμακίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καμακίζω | καμακίζεις | καμακίζει | καμακίζουμε | καμακίζετε | καμακίζουν / καμακίζουνε |
| Παρατατικός | καμάκιζα | καμάκιζες | καμάκιζε | καμακίζαμε | καμακίζατε | καμάκιζαν / καμακίζαν / καμακίζανε |
| Αόριστος | καμάκισα | καμάκισες | καμάκισε | καμακίσαμε | καμακίσατε | καμάκισαν / καμακίσαν / καμακίσανε |
| Μέλλοντας | θα καμακίζω / θα καμακίσω | θα καμακίζεις / θα καμακίσεις | θα καμακίζει / θα καμακίσει | θα καμακίζουμε / θα καμακίσουμε | θα καμακίζετε / θα καμακίσετε | θα καμακίζουν / θα καμακίζουνε / θα καμακίσουν / θα καμακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καμακίσει | έχεις καμακίσει | έχει καμακίσει | έχουμε καμακίσει | έχετε καμακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καμακίσει | είχες καμακίσει | είχε καμακίσει | είχαμε καμακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καμακίσει / να καμακίζω / να καμακίσω | να έχεις καμακίσει / να καμακίζεις / να καμακίσεις | να έχει καμακίσει / να καμακίζει / να καμακίσει | να έχουμε καμακίσει / να καμακίζουμε / να καμακίσουμε | να έχετε καμακίσει / να καμακίζετε / να καμακίσετε | να καμακίζουν / να καμακίζουνε / να καμακίσουν / να καμακίσουνε |
| Προστακτική | — | καμάκιζε / καμάκισε | — | — | καμακίζετε / καμακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →