Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμαραϊκός

/ka.ma.ɾa.iˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιολογίαπου προέρχεται ή έχει σχέση με το χωριό Καμάρες του νομού Ηρακλείου της Κρήτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμαραϊκός < από το χωριό Καμάρες της Κρήτης, γνωστό για το σπήλαιο με θόλους (ή 'καμάρες') που έδωσαν το όνομά τους στα προϊστορικά αγγεία που βρέθηκαν εκεί το 1889

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμαραϊκόςκαμαραϊκήκαμαραϊκό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →