Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμαριέρα

/ka.maɾˈʝe.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του καμαριέρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμαριέρα < (άμεσο δάνειο) βενετική camariera (ιταλική cameriera) < λατινική camara + -iera < αρχαία ελληνική καμάρα. Αναλύεται μορφολογικά σε κάμαρ(α) + -ιέρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμαριέρακαμαριέρες
Γενικήκαμαριέρας—
Αιτιατικήκαμαριέρακαμαριέρες
Κλητικήκαμαριέρακαμαριέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →