Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμαριέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπρόσωπο που φροντίζει για την ευταξία και την τακτοποίηση των χώρων σε ένα ξενοδοχείο, ένα σπίτι κ.α. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμαριέρης < (άμεσο δάνειο) βενετική camariere < λατινική camara < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο) (ίσως < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kam-: κυρτός, καμπύλος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμαριέρηςκαμαριέρηδες
Γενικήκαμαριέρηκαμαριέρηδων
Αιτιατικήκαμαριέρηκαμαριέρηδες
Κλητικήκαμαριέρηκαμαριέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →