καμαροφρύδα
•
- λογοτεχνικόθηλυκό του καμαροφρύδης Βικιλεξικό
- Κερά ψηλή κερά λιγνή κερά καμαροφρύδα κερά μου τον υγιόκα σου και τον πρωτότοκό σου για λούστονε για χτένιστον για στείλτον στο σχολειό του να τονε δείρει ο δάσκαλος με τρία κλωνάρια μόσχο* και να του σκούξουν τα παιδιά: μωρέ μοσκοδαρμένε μωρέ και πούν' τα γράμματα, μωρέ και πουν ο νούς σου;
Ετυμολογία
καμαροφρύδα < καμαροφρύδης + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμαροφρύδα | καμαροφρύδες |
| Γενική | καμαροφρύδας | — |
| Αιτιατική | καμαροφρύδα | καμαροφρύδες |
| Κλητική | καμαροφρύδα | καμαροφρύδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →