Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμαροφρύδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικόθηλυκό του καμαροφρύδης Βικιλεξικό
    • Κερά ψηλή κερά λιγνή κερά καμαροφρύδα κερά μου τον υγιόκα σου και τον πρωτότοκό σου για λούστονε για χτένιστον για στείλτον στο σχολειό του να τονε δείρει ο δάσκαλος με τρία κλωνάρια μόσχο* και να του σκούξουν τα παιδιά: μωρέ μοσκοδαρμένε μωρέ και πούν' τα γράμματα, μωρέ και πουν ο νούς σου;

Ετυμολογία

καμαροφρύδα < καμαροφρύδης + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμαροφρύδακαμαροφρύδες
Γενικήκαμαροφρύδας—
Αιτιατικήκαμαροφρύδακαμαροφρύδες
Κλητικήκαμαροφρύδακαμαροφρύδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →