καμαρώνω
•
- έχω κάποιον ή κάτι για καμάρι Βικιλεξικό
- σε καμαρώνω για όσα έχεις πετύχει
- κορδώνομαι, νιώθω ικανοποίηση Βικιλεξικό
- για δες τον πώς καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι!
- ειρωνικόέρχομαι αντιμέτωπος με μια αποτυχημένη ή λανθασμένη ενέργεια Βικιλεξικό
- για καμαρώστε με τη συμπεριφορά σας!
Ετυμολογία
καμαρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμαρώνω < καμάρι + -ώνω < ελληνιστική κοινή καμάριον < αρχαία ελληνική καμάρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →