καματάρηδες
•
- καματάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- καματάρης, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- καματάρης, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →