Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καματάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που καματεύει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καματάρης < καματεύω + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαματάρηςκαματάρηδες
Γενικήκαματάρηκαματάρηδων
Αιτιατικήκαματάρηκαματάρηδες
Κλητικήκαματάρηκαματάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →