καματάρης
•
- επάγγελμααυτός που καματεύει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καματάρης < καματεύω + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καματάρης | καματάρηδες |
| Γενική | καματάρη | καματάρηδων |
| Αιτιατική | καματάρη | καματάρηδες |
| Κλητική | καματάρη | καματάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →