Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καματερό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το βόδι που βάζουμε στο όργωμα Βικιλεξικό
    • Ακολουθούσανε κ' οι δυο τη ζωή αδερφωμένοι, για το αύριο αδιάφοροι, όπως τα καματερά, που ακολουθούν του ζευγολάτη το θέλημα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας Η θυσία [διήγημα])
  2. κερκυραϊκό ιδίωμαστρώμα μαρμάρου Βικιλεξικό
  3. Κυπριακή διάλεκτοςη εκτροφή μεταξοσκωλήκων (σηροτροφία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →