καματεύω
•
- λογοτεχνικόκαλλιεργώ τα χωράφια Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεργάζομαι έντονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καματεύω < μεσαιωνική ελληνική καματεύω < κάματος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
καματεύω < μεσαιωνική ελληνική καματεύω < κάματος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →