Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμβάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το ύφασμα που πρόκειται να κεντηθεί Βικιλεξικό
  2. το ειδικό ύφασμα για ζωγραφική Βικιλεξικό
    • Χρώματα πήρα και καμβά Για να σε ζωγραφίσω Και με το χρώμα τ’ ουρανού άγγελο να σε ντύσω
  3. μεταφορικάτα κομβικά σημεία της υπόθεσης ενός αφηγηματικού έργου Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήο πίνακας από εικονοστοιχεία (pixels) που χρησιμοποιείται ως βάση για την αποτύπωση των γραφικών Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάάξονας, πλαίσιο Βικιλεξικό
    • Ο καμβάς επιχειρηματικού μοντέλου αποτελεί μέρος της τάσης της οπτικής και σχεδιαστικής σκέψης.

Ετυμολογία

καμβάς < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμβάςκαμβάδες
Γενικήκαμβάκαμβάδων
Αιτιατικήκαμβάκαμβάδες
Κλητικήκαμβάκαμβάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →