καμηλιέρης
•
- επάγγελμααυτός που οδηγεί καμήλες (ή καραβάνι με καμήλες) Βικιλεξικό
- Η μικρή του καμηλιέρη, αραπίνα από τ’ Αλγέρι | όποιος να τη δει τη θέλει | γιαλελέλι.
Ετυμολογία
καμηλιέρης < μεσαιωνική ελληνική καμηλιέρης < καμήλ(α) + -ιέρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμηλιέρης | καμηλιέρηδες |
| Γενική | καμηλιέρη | καμηλιέρηδων |
| Αιτιατική | καμηλιέρη | καμηλιέρηδες |
| Κλητική | καμηλιέρη | καμηλιέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →