Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμηλιέρης

/ka.miˈʎe.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που οδηγεί καμήλες (ή καραβάνι με καμήλες) Βικιλεξικό
    • Η μικρή του καμηλιέρη, αραπίνα από τ’ Αλγέρι | όποιος να τη δει τη θέλει | γιαλελέλι.

Ετυμολογία

καμηλιέρης < μεσαιωνική ελληνική καμηλιέρης < καμήλ(α) + -ιέρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμηλιέρηςκαμηλιέρηδες
Γενικήκαμηλιέρηκαμηλιέρηδων
Αιτιατικήκαμηλιέρηκαμηλιέρηδες
Κλητικήκαμηλιέρηκαμηλιέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →