καμηλιέρισσα
•
- επάγγελμαθηλυκό του καμηλιέρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμηλιέρισσα < καμηλιέρ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμηλιέρισσα | καμηλιέρισσες |
| Γενική | καμηλιέρισσας | — |
| Αιτιατική | καμηλιέρισσα | καμηλιέρισσες |
| Κλητική | καμηλιέρισσα | καμηλιέρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →