καμικάζι
•
- κάποιος που κάνει επίθεση αυτοκτονίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάο παράτολμος οδηγός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμικάζι < (λόγιο δάνειο) αγγλική kamikaze < ιαπωνική 神風 (από την ιαπωνική λέξη καμικάζε = θεϊκός άνεμος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →