καμινάρηδες
•
- καμινάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- καμινάρης, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- καμινάρης, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →