καμμύω
•
- κλείνω τα μάτια από νύστα Βικιλεξικό
- : (καθαρεύουσα) Βικιλεξικό
- : (Χρειάζεται μεταφορά στη μετοχή) ※ Ἐν τούτοις ἐγώ τήν νύκτα ἐκείνην οὔτε νά φάγω ἠμπόρεσα, οὔτε νά κοιμηθῶ. Ἐκοιτόμην εἰς τό στρῶμα μέ καμμυομένους ὀφθαλμούς, ἀλλ' ἔτεινον τά ὦτα προσεκτικά πρός πᾶσαν κίνησιν τῆς μητρός μου, ἡ ὁποία, ὁπως πάντοτε, ἠγρύπνει παρά τό προσκεφάλαιον τῆς ἀσθενοῦς. Βικιλεξικό
- Γεώργιος Βιζυηνός, Τὸ ἁμάρτημα τῆς μητρός μου, 1883
Ετυμολογία
καμμύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καμμύω, επικός τύπος του καταμύω :* για τις διαλέκτους: κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική , από διαφορετικούς διαλεκτικούς τύπους
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →