Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμουτσικίζω

/ka.mu.t͡siˈci.zo/ρήμα
•
  1. χτυπώ με το καμτσίκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμουτσικίζω < καμουτσίκ(ι) + -ίζω (καμτσικίζω < καμτσίκι)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαμουτσικίζωκαμουτσικίζειςκαμουτσικίζεικαμουτσικίζουμεκαμουτσικίζετεκαμουτσικίζουν / καμουτσικίζουνε
Παρατατικόςκαμουτσίκιζακαμουτσίκιζεςκαμουτσίκιζεκαμουτσικίζαμεκαμουτσικίζατεκαμουτσίκιζαν / καμουτσικίζαν / καμουτσικίζανε
Αόριστοςκαμουτσίκισακαμουτσίκισεςκαμουτσίκισεκαμουτσικίσαμεκαμουτσικίσατεκαμουτσίκισαν / καμουτσικίσαν / καμουτσικίσανε
Μέλλονταςθα καμουτσικίζω / θα καμουτσικίσωθα καμουτσικίζεις / θα καμουτσικίσειςθα καμουτσικίζει / θα καμουτσικίσειθα καμουτσικίζουμε / θα καμουτσικίσουμεθα καμουτσικίζετε / θα καμουτσικίσετεθα καμουτσικίζουν / θα καμουτσικίζουνε / θα καμουτσικίσουν / θα καμουτσικίσουνε
Παρακείμενοςέχω καμουτσικίσειέχεις καμουτσικίσειέχει καμουτσικίσειέχουμε καμουτσικίσειέχετε καμουτσικίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καμουτσικίσειείχες καμουτσικίσειείχε καμουτσικίσειείχαμε καμουτσικίσει——
Υποτακτικήνα έχω καμουτσικίσει / να καμουτσικίζω / να καμουτσικίσωνα έχεις καμουτσικίσει / να καμουτσικίζεις / να καμουτσικίσειςνα έχει καμουτσικίσει / να καμουτσικίζει / να καμουτσικίσεινα έχουμε καμουτσικίσει / να καμουτσικίζουμε / να καμουτσικίσουμενα έχετε καμουτσικίσει / να καμουτσικίζετε / να καμουτσικίσετενα καμουτσικίζουν / να καμουτσικίζουνε / να καμουτσικίσουν / να καμουτσικίσουνε
Προστακτική—καμουτσίκιζε / καμουτσίκισε——καμουτσικίζετε / καμουτσικίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →