καμουφλάρω
•
- καλύπτω κάτι με καμουφλάζ, με αποτέλεσμα να μην το βλέπουν ή να μην αντιλαμβάνονται τι ακριβώς είναι Βικιλεξικό
- Ἡ εὐλόγως αὐστηρὰ ἐντολὴ τῶν ἀρχῶν ὅπως οἱ αὐτοκινιτισταὶ «καμουφλάρουν» τὰ φῶτα τῶν παντοειδῶν ὁχημάτων των. Από την εφημερίδα Ακρόπολις, 31 Οκτωβρίου 1940
- κατ’ επέκτασησυγκαλύπτω ή κρύβω κάτι με διάφορους τρόπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμουφλάρω < (άμεσο δάνειο) γαλλική camoufler < ιταλική camuffare < capo (< λατινική caput) + muffare (< φραγκική *gmolfell)
Άλλοι τύποι
καμουφλάρισακαμουφλάρομαικαμουφλαρίστηκακαμουφλαρισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →