Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπάγι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος (στρατιωτικού) ρωμαϊκού ή βυζαντινού υποδήματος Βικιλεξικό
  2. είδος υποδήματος Βικιλεξικό
    • Τα πορφυρά καμπάγια (Τίτλος τραγουδιού του Πέτρου Ταμπούρη σε στίχους Θοδωρή Γκόνη)

Ετυμολογία

καμπάγι < μεσαιωνική ελληνική καμπάγιον < λατινικά campagus < campus + ago

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμπάγικαμπάγια
Γενικήκαμπαγιούκαμπαγιών
Αιτιατικήκαμπάγικαμπάγια
Κλητικήκαμπάγικαμπάγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →