καμπή
•
- το σημείο στο οποίο μία γραμμή κάμπτεται, καμπυλώνεται και αλλάζει διεύθυνση Βικιλεξικό
- μεταφορικάκρίσιμη χρονική περίοδος κατά την οποία επέρχονται σημαντικές αλλαγές Βικιλεξικό
- Στο ερώτημα «να ζει κανείς ή να μη ζει;», μόνο ο Αμλετ (και όσοι σε κάποια καμπή του βίου τους παίρνουν αμλέτειες διαδρομές) έβλεπε δυνατές και λογικές και τις δύο απαντήσεις, την καταφατική και την αρνητική. (Παντελής Μπουκάλας, "Ο Αμλετ και το ευρώ", εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9 Νοεμβρίου 2011)
Ετυμολογία
καμπή < αρχαία ελληνική καμπή < κάμπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπή | καμπές |
| Γενική | καμπής | καμπών |
| Αιτιατική | καμπή | καμπές |
| Κλητική | καμπή | καμπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →