καμπανάρης
•
- λογοτεχνικόο κωδωνοκρούστης, κυρίως σε μοναστήρι Βικιλεξικό
- γενικότεραο νεωκόρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπανάρης < καμπάνα + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπανάρης | καμπανάρηδες |
| Γενική | καμπανάρη | καμπανάρηδων |
| Αιτιατική | καμπανάρη | καμπανάρηδες |
| Κλητική | καμπανάρη | καμπανάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →