Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπανίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του καμπάνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμπανίτσα < καμπάνα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα < μεσαιωνική ελληνική καμπάνα < υστερολατινική campana < λατινική Campana, θηλυκό του Campanus < Campania < campus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμπανίτσακαμπανίτσες
Γενικήκαμπανίτσας—
Αιτιατικήκαμπανίτσακαμπανίτσες
Κλητικήκαμπανίτσακαμπανίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →