καμπανούλα
•
- υποκοριστικό του καμπάνα Βικιλεξικό
- βοτανικήείδος λουλουδιού (Campanula spatulata) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπανούλα < καμπάν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπανούλα | καμπανούλες |
| Γενική | καμπανούλας | — |
| Αιτιατική | καμπανούλα | καμπανούλες |
| Κλητική | καμπανούλα | καμπανούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →