καμπαρετζού
•
- γυναίκα που δουλεύει σε καμπαρέ κρατώντας συντροφιά σε άντρες και πίνοντας μαζί τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπαρετζού < καμπαρέ + -τζού, θηλυκό του -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπαρετζού | καμπαρετζούδες |
| Γενική | καμπαρετζούς | καμπαρετζούδων |
| Αιτιατική | καμπαρετζού | καμπαρετζούδες |
| Κλητική | καμπαρετζού | καμπαρετζούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →