Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπινές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τουαλέτα, αποχωρητήριο Βικιλεξικό
    • Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)

Ετυμολογία

καμπινές < (λόγιο δάνειο) γαλλική cabinet + -ς για προσαρμογή στην κλίση < cabine < αγγλική cabin < μεσαιωνική λατινική capanna / cabanna

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμπινέςκαμπινέδες
Γενικήκαμπινέκαμπινέδων
Αιτιατικήκαμπινέκαμπινέδες
Κλητικήκαμπινέκαμπινέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →