Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμποτίνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ατάλαντος (πλανόδιος) ηθοποιός Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαγύρτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμποτίνος < (άμεσο δάνειο) ιταλική cabotin < γαλλική cabotin < ανθρωπωνύμιο Cabotin

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμποτίνοςκαμποτίνοι
Γενικήκαμποτίνουκαμποτίνων
Αιτιατικήκαμποτίνοκαμποτίνους
Κλητικήκαμποτίνεκαμποτίνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →