καμπούρα
•
- παραμορφωτική κύρτωση της ράχης Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ράχη, η πλάτη· λέγεται για οτιδήποτε μας επιβαρύνει Βικιλεξικό
- έχει εξήντα χρόνια στην καμπούρα του
- κατ' επέκτασηοποιαδήποτε κύρτωση μιας επιφάνειας Βικιλεξικό
- ο ύβος της καμήλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπούρα < καμπούρ(ης) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπούρα | καμπούρες |
| Γενική | καμπούρας | καμπουρών |
| Αιτιατική | καμπούρα | καμπούρες |
| Κλητική | καμπούρα | καμπούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →