καμπούρικος
•
- που έχει σχέση με τον καμπούρη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπούρικος < καμπούρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπούρικος | καμπούρικη | καμπούρικο |
| Γενική | καμπούρικου | καμπούρικης | καμπούρικου |
| Αιτιατική | καμπούρικο | καμπούρικη | καμπούρικο |
| Κλητική | καμπούρικε | καμπούρικη | καμπούρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπούρικοι | καμπούρικες | καμπούρικα |
| Γενική | καμπούρικων | καμπούρικων | καμπούρικων |
| Αιτιατική | καμπούρικους | καμπούρικες | καμπούρικα |
| Κλητική | καμπούρικοι | καμπούρικες | καμπούρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →