Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπούρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καμπούρη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμπούρικος < καμπούρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμπούρικοςκαμπούρικηκαμπούρικο
Γενικήκαμπούρικουκαμπούρικηςκαμπούρικου
Αιτιατικήκαμπούρικοκαμπούρικηκαμπούρικο
Κλητικήκαμπούρικεκαμπούρικηκαμπούρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμπούρικοικαμπούρικεςκαμπούρικα
Γενικήκαμπούρικωνκαμπούρικωνκαμπούρικων
Αιτιατικήκαμπούρικουςκαμπούρικεςκαμπούρικα
Κλητικήκαμπούρικοικαμπούρικεςκαμπούρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →