Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπυλότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του καμπύλου Βικιλεξικό
    • Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
  2. τμήμα ενός αντικειμένου με καμπύλο σχήμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμπυλότητα < αρχαία ελληνική καμπυλότης < καμπύλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμπυλότητακαμπυλότητες
Γενικήκαμπυλότηταςκαμπυλοτήτων
Αιτιατικήκαμπυλότητακαμπυλότητες
Κλητικήκαμπυλότητακαμπυλότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →