καμπυλώνω
•
- δημιουργώ / σχηματίζω καμπύλη Βικιλεξικό
- Η μάνα. Η μάνα-σύμπαν. Το στρώμα έχει βουλιάξει ελαφρά απ' το βάρος της. Το στρώμα είναι που την κρατάει στη θέση της, όπως στρεβλώνεται και καμπυλώνει γύρω απ' το κορμί. (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
καμπυλώνω < ελληνιστική κοινή καμπυλόομαι / καμπυλοῦμαι + -ώνω < αρχαία ελληνική καμπύλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καμπυλώνω | καμπυλώνεις | καμπυλώνει | καμπυλώνουμε | καμπυλώνετε | καμπυλώνουν / καμπυλώνουνε |
| Παρατατικός | καμπύλωνα | καμπύλωνες | καμπύλωνε | καμπυλώναμε | καμπυλώνατε | καμπυλώναν / καμπυλώνανε / καμπύλωναν |
| Αόριστος | καμπύλωσα | καμπύλωσες | καμπύλωσε | καμπυλώσαμε | καμπυλώσατε | καμπυλώσαν / καμπυλώσανε / καμπύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα καμπυλώνω / θα καμπυλώσω | θα καμπυλώνεις / θα καμπυλώσεις | θα καμπυλώνει / θα καμπυλώσει | θα καμπυλώνουμε / θα καμπυλώσουμε | θα καμπυλώνετε / θα καμπυλώσετε | θα καμπυλώνουν / θα καμπυλώνουνε / θα καμπυλώσουν / θα καμπυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καμπυλώσει | έχεις καμπυλώσει | έχει καμπυλώσει | έχουμε καμπυλώσει | έχετε καμπυλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καμπυλώσει | είχες καμπυλώσει | είχε καμπυλώσει | είχαμε καμπυλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καμπυλώσει / να καμπυλώνω / να καμπυλώσω | να έχεις καμπυλώσει / να καμπυλώνεις / να καμπυλώσεις | να έχει καμπυλώσει / να καμπυλώνει / να καμπυλώσει | να έχουμε καμπυλώσει / να καμπυλώνουμε / να καμπυλώσουμε | να έχετε καμπυλώσει / να καμπυλώνετε / να καμπυλώσετε | να καμπυλώνουν / να καμπυλώνουνε / να καμπυλώσουν / να καμπυλώσουνε |
| Προστακτική | — | καμπύλωνε / καμπύλωσε | — | — | καμπυλώνετε / καμπυλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →