καμπύλη
•
- γεωμετρίαγραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή Βικιλεξικό
- στατιστικήη γραμμή που παρουσιάζει σε μια γραφική παράσταση τις τιμές που παίρνει ένα μέγεθος σε συνάρτηση με ένα άλλο Βικιλεξικό
- στον πληθυντικότα σημεία του γυναικείου σώματος που έχουν έντονη καμπυλότητα Βικιλεξικό
- Είναι γυναίκα με πλούσιες καμπύλες.
Ετυμολογία
καμπύλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καμπύλη, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courbe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπύλη | καμπύλες |
| Γενική | καμπύλης | καμπυλών |
| Αιτιατική | καμπύλη | καμπύλες |
| Κλητική | καμπύλη | καμπύλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →