Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπύλη

/kamˈbi.li/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωμετρίαγραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή Βικιλεξικό
  2. στατιστικήη γραμμή που παρουσιάζει σε μια γραφική παράσταση τις τιμές που παίρνει ένα μέγεθος σε συνάρτηση με ένα άλλο Βικιλεξικό
  3. στον πληθυντικότα σημεία του γυναικείου σώματος που έχουν έντονη καμπυλότητα Βικιλεξικό
    • Είναι γυναίκα με πλούσιες καμπύλες.

Ετυμολογία

καμπύλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καμπύλη, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courbe

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμπύληκαμπύλες
Γενικήκαμπύληςκαμπυλών
Αιτιατικήκαμπύληκαμπύλες
Κλητικήκαμπύληκαμπύλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →