καμτσικίζω
•
- χτυπώ με το καμτσίκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμτσικίζω < καμτσίκ(ι) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καμτσικίζω | καμτσικίζεις | καμτσικίζει | καμτσικίζουμε | καμτσικίζετε | καμτσικίζουν / καμτσικίζουνε |
| Παρατατικός | καμτσίκιζα | καμτσίκιζες | καμτσίκιζε | καμτσικίζαμε | καμτσικίζατε | καμτσίκιζαν / καμτσικίζαν / καμτσικίζανε |
| Αόριστος | καμτσίκισα | καμτσίκισες | καμτσίκισε | καμτσικίσαμε | καμτσικίσατε | καμτσίκισαν / καμτσικίσαν / καμτσικίσανε |
| Μέλλοντας | θα καμτσικίζω / θα καμτσικίσω | θα καμτσικίζεις / θα καμτσικίσεις | θα καμτσικίζει / θα καμτσικίσει | θα καμτσικίζουμε / θα καμτσικίσουμε | θα καμτσικίζετε / θα καμτσικίσετε | θα καμτσικίζουν / θα καμτσικίζουνε / θα καμτσικίσουν / θα καμτσικίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καμτσικίσει | έχεις καμτσικίσει | έχει καμτσικίσει | έχουμε καμτσικίσει | έχετε καμτσικίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καμτσικίσει | είχες καμτσικίσει | είχε καμτσικίσει | είχαμε καμτσικίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καμτσικίσει / να καμτσικίζω / να καμτσικίσω | να έχεις καμτσικίσει / να καμτσικίζεις / να καμτσικίσεις | να έχει καμτσικίσει / να καμτσικίζει / να καμτσικίσει | να έχουμε καμτσικίσει / να καμτσικίζουμε / να καμτσικίσουμε | να έχετε καμτσικίσει / να καμτσικίζετε / να καμτσικίσετε | να καμτσικίζουν / να καμτσικίζουνε / να καμτσικίσουν / να καμτσικίσουνε |
| Προστακτική | — | καμτσίκιζε / καμτσίκισε | — | — | καμτσικίζετε / καμτσικίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →