καμφορόδεντρο
•
- φυτόμεγάλο αειθαλές δέντρο (είδος Cinnamomum camphora) με μικρά άσπρα άνθη και μικρούς στρογγυλούς μαύρους καρπούς· από το ξύλο και τα φύλλα του παράγεται η καμφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμφορόδεντρο < καμφορ(ά) + -ό- + δέντρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμφορόδεντρο | καμφορόδεντρα |
| Γενική | καμφορόδεντρου | καμφορόδεντρων |
| Αιτιατική | καμφορόδεντρο | καμφορόδεντρα |
| Κλητική | καμφορόδεντρο | καμφορόδεντρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →