Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμωτός

/ka.moˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος, καμωμένος Βικιλεξικό
  2. χειροποίητος, όχι φυσικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμωτός < καμω-μένος (κάμνω) + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμωτόςκαμωτήκαμωτό
Γενικήκαμωτούκαμωτήςκαμωτού
Αιτιατικήκαμωτόκαμωτήκαμωτό
Κλητικήκαμωτέκαμωτήκαμωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμωτοίκαμωτέςκαμωτά
Γενικήκαμωτώνκαμωτώνκαμωτών
Αιτιατικήκαμωτούςκαμωτέςκαμωτά
Κλητικήκαμωτοίκαμωτέςκαμωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →