καμώνω
•
- στην κοινή νεοελληνικήως αποθετικό ρήμα Βικιλεξικό
- παρωχημένοοργώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμώνω < θέμα καμ-, του κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω όπως στον αόριστο ἔ‑καμ‑ον + -ώνω
Άλλοι τύποι
καμώθηκακαμώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →