Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμώνω

/kaˈmo.no/ρήμα
•
  1. στην κοινή νεοελληνικήως αποθετικό ρήμα Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοοργώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμώνω < θέμα καμ-, του κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω όπως στον αόριστο ἔ‑καμ‑ον + -ώνω

Άλλοι τύποι

καμώθηκακαμώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →