Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανατάς

/ka.naˈtas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπαλαιότερη ονομασία των επαγγελματιών που ασχολούνταν με την κατασκευή και πώληση πήλινων και ειδικότερα πήλινων δοχείων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανατάς < κανάτα / κανατ- + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανατάςκανατάδες
Γενικήκανατάκανατάδων
Αιτιατικήκανατάκανατάδες
Κλητικήκανατάκανατάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κανάτας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοο μέθυσος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανάτας < κανάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →