κανατάς
•
- επάγγελμαπαλαιότερη ονομασία των επαγγελματιών που ασχολούνταν με την κατασκευή και πώληση πήλινων και ειδικότερα πήλινων δοχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανατάς < κανάτα / κανατ- + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανατάς | κανατάδες |
| Γενική | κανατά | κανατάδων |
| Αιτιατική | κανατά | κανατάδες |
| Κλητική | κανατά | κανατάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →