κανί
•
- προφορικόπόδι Βικιλεξικό
- ραντιστήρι, ιδίως ως εκκλησιαστικό αντικείμενο Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: κανίο
Ετυμολογία
κανί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καννί (κόνδυλος καλαμιού) με ορθογραφική απλοποίηση των δύο ⟨νν⟩ < καννίον (κύπελλο) < ελληνιστική κοινή κάννα (καλάμι), → δείτε και τη λέξη κάννη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανί | κανιά |
| Γενική | κανιού | κανιών |
| Αιτιατική | κανί | κανιά |
| Κλητική | κανί | κανιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →