κανίσκι
•
- μικρό καλάθι / πανέρι με δώρα, που στελνόταν σε γάμους και βαφτίσια Βικιλεξικό
- κατ'επέκταση οποιοδήποτε δώρο αλλά ιδιαίτερα το γαμήλιο, παραδοσιακό δώρο Βικιλεξικό
- Στην άκρη του γιαλού ξανθή κάθεται κόρη
- Δὲν πρόφτασε νὰ γίνῃ δέκα χρονῶν κι’ ἄρχισαν τὰ προξενιά. Ἀπὸ τὸ Μωριᾶ, ἀπὸ τὴ Ρούμελη, τὴν Ἔγριπο καὶ τὴν Ἀθήνα οἱ πλουσιώτεροι κι’ ἀντρειότεροι Μπέηδες κι’ Ἀγάδες, ἔστειλαν πλούσια κανίσκια ν’ ἀρρεβωνιάσουν τὴ Γκιουλχανούμ (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Καβομαλιάς, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
- το αρνί που προσφέρεται ως δώρο σε γάμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανίσκι < μεσαιωνική ελληνική κανίσκιν < αρχαία ελληνική κανίσκιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανίσκι | κανίσκια |
| Γενική | κανισκιού | κανισκιών |
| Αιτιατική | κανίσκι | κανίσκια |
| Κλητική | κανίσκι | κανίσκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →