καναδέζικος
•
- οικείοκαναδικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καναδέζικος < Καναδέζ(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καναδέζικος | καναδέζικη | καναδέζικο |
| Γενική | καναδέζικου | καναδέζικης | καναδέζικου |
| Αιτιατική | καναδέζικο | καναδέζικη | καναδέζικο |
| Κλητική | καναδέζικε | καναδέζικη | καναδέζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καναδέζικοι | καναδέζικες | καναδέζικα |
| Γενική | καναδέζικων | καναδέζικων | καναδέζικων |
| Αιτιατική | καναδέζικους | καναδέζικες | καναδέζικα |
| Κλητική | καναδέζικοι | καναδέζικες | καναδέζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →