καναλάρα
•
- προφορικόμεγάλο, ισχυρό τηλεοπτικό κανάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καναλάρα < κανάλ(ο) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καναλάρα | καναλάρες |
| Γενική | καναλάρας | — |
| Αιτιατική | καναλάρα | καναλάρες |
| Κλητική | καναλάρα | καναλάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →