καναλάρχης
•
- νεολογισμόςιδιοκτήτης τηλεοπτικού καναλιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καναλάρχης < κανάλι + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καναλάρχης | καναλάρχες |
| Γενική | καναλάρχη | καναλαρχών |
| Αιτιατική | καναλάρχη | καναλάρχες |
| Κλητική | καναλάρχη | καναλάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →