Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καναπεδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γαστρονομίαορεκτικό που αποτελείται από άγλυκο μπισκοτάκι ή άλλο μικρού μεγέθους αρτοσκεύασμα και είναι γαρνιρισμένο, στο επάνω μέρος, με κάποιο φαγώσιμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καναπεδάκι < (καναπές), καναπεδ- + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαναπεδάκικαναπεδάκια
Γενική——
Αιτιατικήκαναπεδάκικαναπεδάκια
Κλητικήκαναπεδάκικαναπεδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →