καναπεδάκι
•
- γαστρονομίαορεκτικό που αποτελείται από άγλυκο μπισκοτάκι ή άλλο μικρού μεγέθους αρτοσκεύασμα και είναι γαρνιρισμένο, στο επάνω μέρος, με κάποιο φαγώσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καναπεδάκι < (καναπές), καναπεδ- + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καναπεδάκι | καναπεδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καναπεδάκι | καναπεδάκια |
| Κλητική | καναπεδάκι | καναπεδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →